Loading...
Disable Preloader

Αρθρα

Η συχνότητα των ψυχικών διαταραχών εν μέσω οικονομικής κρίσης έχει αυξηθεί στην Ελλάδα. Τόσο η απώλεια των θέσεων εργασίας, όσο και ο φόβος απώλειας της εργασίας φαίνεται πως επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ευημερία των πολιτών, ενώ, παράλληλα, η μείωση των εισοδημάτων, το αυξανόμενο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης και οι περικοπές στις υπηρεσίες υγείας, παρεμποδίζουν την πρόσβαση των ασθενών στην υγεία. Πιο συγκεκριμένα, χαρακτηριστική φαίνεται να είναι η κορύφωση των ψυχικών συμπτωμάτων άγχους, κατάθλιψης και χρήσης ουσιών. Μάλιστα, η κατάθλιψη έχει χαρακτηριστεί από αρκετούς μελετητές ως «το μείζον πρόβλημα της οικονομικής κρίσης».

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για τον Απρίλιο του 2017, οι άνεργοι στην Ελλάδα ανήλθαν στο 1.040.909 εκατομμύριο, ενώ ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός στα 3.270.865 εκατομμύρια (ΕΛΣΤΑΤ, 2017). Μάλιστα, η ανεργία φαίνεται να μαστίζει κυρίως τους νέους μεταξύ 15-24 ετών και ιδιαίτερα τις γυναίκες (ΕΛΣΤΑΤ, 2016). Συγχρόνως, σύμφωνα με αξιολόγηση της ίδιας αρχής, υπολογίζεται ότι 3 στους 10 άνδρες και 7 στις 10 γυναίκες στη χώρα μας αναφέρονται σε συμπτώματα κατάθλιψης (ΕΛΣΤΑΤ, 2014).

Η ανεργία επιφέρει αποδεδειγμένα αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία κυρίως λόγω των οικονομικών πιέσεων που προκαλεί. Το άνεργο άτομο, ιδιαίτερα όταν τοποθετείται σε ένα μακροχρόνιο μη παραγωγικό καθεστώς (μακροχρόνια άνεργοι), χάνει ένα μεγάλο μέρος της αυτοεκτίμησής του, καθώς νιώθει ανήμπορο να συντηρήσει τον εαυτό του, ανίκανο να βοηθήσει τους σημαντικούς άλλους (οικογένεια) και αποκομμένο από τον κοινωνικό ιστό.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι νέοι (ηλικίας 15-24 ετών) καθίστανται πιo επιρρεπείς στην εκδήλωση ψυχοσωματικών εκδηλώσεων (σε ποσοστό 51%), ενώ η οικονομική ανασφάλεια, που απορρέει από την ανεργία και την αδυναμία συνταξιοδότησης στη μέση ηλικία, έχει συσχετιστεί θετικά με την αυτοκτονικότητα (τα άτομα άνω των 60 ετών θεωρούνται ευάλωτος πληθυσμός). Ωστόσο, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ακόμα και εκείνοι που εργάζονται σε συνθήκες ύφεσης αντιμετωπίζουν παρόμοιες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη και αγχώδη συμπτωματολογία σε βάθος χρόνου. Πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας ζουν καθημερινά με το φόβο της απόλυσης ή της πτώχευσης της επιχείρησής τους.

Οι άνεργοι άνδρες, εκείνοι που εργάζονται περιστασιακά, οι χαμηλόμισθοι και οι οικογενειάρχες είναι πιο πιθανό να νιώσουν ότι επηρεάζονται από την κοινωνικο-οικονομική αστάθεια, που προκαλεί η κρίση, σύμφωνα με τους ειδικούς. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές εκθέσεις για την εξάπλωση τις φτώχειας, τα γυναικεία δικαιώματα φαίνεται ότι πλήττονται περισσότερο σε περιόδους ύφεσης. Πιο συγκεκριμένα, έχει φανεί ότι οι γυναίκες αναγκάζονται να δουλεύουν πολύ περισσότερες ώρες, σε θέσεις όπου η συνεισφορά τους δύσκολα αναγνωρίζεται, για λιγότερα χρήματα και πολλές φορές χωρίς ασφάλιση.

Πώς επηρεάζει η κατάθλιψη την προσωπική ζωή;

H διάχυτη θλίψη και η ανάγκη για απομόνωση, που χαρακτηρίζουν την κατάθλιψη μπορούν να επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στη σχέση του ατόμου με:

  • Την οικογένειά του
  • Τους φίλους του
  • Το σύντροφό του

Η οικογένεια μπορεί να εντοπίσει πρώτη τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Τα μέλη μίας οικογένειας σταματούν, πολλές φορές, να ζουν αρμονικά, να συνεργάζονται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά. Όλα τα μέλη της οικογένειας καλούνται βαθμιαία να ανταποκριθούν και να προσαρμοστούν στις αλλαγές, που αυτή επιφέρει, προκειμένου να βοηθήσουν το πάσχον άτομο. Ακόμα και στις περιπτώσεις, όπου η οικογένεια μένει μακριά, η ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του καταθλιπτικού ατόμου εξακολουθεί να υπάρχει και να εκφράζεται από τα συγγενικά πρόσωπα.

Στις οικογένειες όπου ένας ή και οι δύο γονείς έχουν κατάθλιψη, τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες καθώς μεγαλώνουν, επειδή συνήθως ερμηνεύουν τη συναισθηματική απόσυρση του καταθλιπτικού γονέα ως εγκατάλειψη και απόρριψη. Μάλιστα, πολλές φορές, τα παιδιά διαδραματίζουν το ρόλο του «υποστηρικτή» ή αναλαμβάνουν ρόλους και ευθύνες, που ο ενήλικας λόγω της κατάστασής του δε μπορεί να αναλάβει, με αποτέλεσμα να μην απολαμβάνουν την ηλικία τους.

Ο σύντροφος του καταθλιπτικού ατόμου, λόγω της συχνότερης επαφής μαζί του, είναι ίσως ο πρώτος που αντιλαμβάνεται τα συμπτώματα της ασθένειας. Μάλιστα, πολλές φορές, είναι και ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια. Η κατάθλιψη ουσιαστικά μπαίνει ανάμεσα στο ζευγάρι. Ο σύντροφος ενός ανθρώπου που πάσχει από κατάθλιψη μπορεί να νιώσει παραμελημένος, απομονωμένος και ανεπιθύμητος. Όταν αυτή η συμπεριφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί, προκαλεί συγκρούσεις στο εσωτερικό της σχέσης και πολλές φορές οδηγεί στο χωρισμό.

Επίσης, η έλλειψη ικανοποίησης του καταθλιπτικού ατόμου από τη σχέση του είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ασθένειας. Η απόσυρση του καταθλιπτικού συντρόφου ερμηνεύεται από το σύντροφο ως απόρριψη, προκαλώντας του αμφιβολία, ενοχές και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το ζευγάρι παύει πλέον να συμμετέχει σε κοινές δραστηριότητες, ενώ, συχνά, ο καταθλιπτικός σύντροφος μπορεί να αποκτήσει μία ασυνήθιστη επικριτική και υποτιμητική στάση για οποιοδήποτε θέμα.

 

Αντίστοιχα, όταν ασκείται κριτική σε αυτόν, μπορεί να αντιδρά έντονα και με υπερευαισθησία. Η έλλειψη επικοινωνίας διαμορφώνει σταδιακά τις συνθήκες, ώστε να αναπτυχθεί μία κατάσταση ετερομομφής ανάμεσα στο ζευγάρι, όπου ο ένας κατηγορεί τον άλλον. Ο υγιής σύντροφος αισθάνεται ότι είναι ο μόνος που προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή τη σχέση, ενώ ο καταθλιπτικός σύντροφος αισθάνεται ότι δε γίνεται κατανοητή η δυσκολία που αντιμετωπίζει και το πώς αισθάνεται. Ταυτόχρονα, το σεξ, που χαρακτηρίζει την ερωτική σχέση αλλά και ενισχύει το δεσμό του ζευγαριού, χάνεται αφού δεν είναι πλέον επιθυμητό.

 

Ωστόσο, ο σύντροφος του καταθλιπτικού ατόμου κατέχει σημαντικό ρόλο και μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την πορεία της θεραπείας. Συχνά, ο σύντροφος είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο ένα καταθλιπτικό άτομο αποφασίζει να αναζητήσει βοήθεια, καθώς τα συναισθήματα του μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για τη δραστηριοποίησή του. Από την άλλη, η συναισθηματική εμπλοκή του συντρόφου μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους. Αφενός, είναι πηγή δύναμης για το ζευγάρι, ώστε να αντιμετωπίσει από κοινού την ασθένεια. Αφετέρου, όμως, αν η θεραπεία δεν είναι επιτυχημένη, η κατάθλιψη μπορεί να «συμπαρασύρει» και τον υγιή σύντροφο, ο οποίος είναι πολύ πιθανό να αισθανθεί ματαίωση και απαισιοδοξία, επειδή δεν κατάφερε να βοηθήσει τον άνθρωπό του, όπως θα ήθελε.

Σε κάθε περίπτωση, η ανακούφιση που αισθάνεται ο υγιής σύντροφος, όταν το καταθλιπτικό άτομο αποφασίσει να αναζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας, είναι μεγάλη. Ακόμα και αν στην αρχή υπάρχει σκεπτικισμός, ανάμεικτος με ελπίδα, επειδή η θεραπεία της κατάθλιψης μπορεί να διαρκέσει αρκετό διάστημα, η σχέση έχει τη δυνατότητα, τελικά, να διασωθεί και οι σύντροφοι να ξαναβρούν τις ισορροπίες τους.

Πηγή: Βιβλίο «Ένας Πρακτικός Οδηγός για την Κατάθλιψη», Επιστημονική Επιμέλεια: Δρ. Θάνος Ασκητής & Συνεργάτες, Εκδόσεις: ΟΜΙΛΟΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.

Δρ. Θάνος Ασκητής

Νευρολόγος - Ψυχίατρος

Διδάκτωρ Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόεδρος του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

www.askitis.gr